ἑρπηστήρ

ἑρπηστ-ήρ, ῆρος, ,
A v.l. for ἑρπυστήρ, Orph.L.49, Opp.C.3.110, 411.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρπηστῆρα — ἑρπηστήρ masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστῆρας — ἑρπηστήρ masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστῆρες — ἑρπηστήρ masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστῆρος — ἑρπηστήρ masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστῆρσι — ἑρπηστήρ masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστῆρσιν — ἑρπηστήρ masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπηστήρων — ἑρπηστήρ masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρπω — και σέρπω (Α ἕρπω) προχωρώ σερνόμενος με την κοιλιά πάνω στο έδαφος ή στηριζόμενος στα χέρια και στα γόνατα νεοελλ. 1. ταπεινώνομαι μπροστά σε ισχυρούς, φέρομαι δουλικά, τούς κολακεύω χαμερπώς για να επιτύχω ιδιοτελείς σκοπούς 2. (για φύλλα… …   Dictionary of Greek

  • πολυσπείρητος — ον, ΜΑ αυτός που ελίσσεται πολλές φορές ή αυτός που προέρχεται από πολλούς ελιγμούς, από πολλές στροφές, πολυέλικτος («πολυσπείρητος ἑρπηστήρ», Νόνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + σπειρῶμαι (< σπεῖρα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.